Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αμφιταλαντεύομαι
- απόδοση: εκφράζω αναποφασιστικότητα προκειμένου να επιλέξω μεταξύ πραγμάτων ή καταστάσεων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επί μακρόν αμφιταλαντευόταν εάν έπρεπε να εκφράσει την δυσφορία της για την όλη κατάσταση





