Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποδυναμώνω
- απόδοση: μειώνω δια ενεργειών μου την ικανότητα την αποτελεσματικότητα την ένταση την ισχύ σε άτομο πράγμα ή κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η μείωση των εξαγωγών αποδυνάμωσε οικονομικά το κράτος





