Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποτείνω
- απόδοση: απευθύνω / απευθύνομαι σε άτομο ή υπηρεσία προκειμένου να ζητήσω κάτι ή να παρακαλέσω για κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποτάθηκε στην Δημοτική Αστυνομία για το πρόβλημα της παράνομης στάθμευσης





