Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναβράζω
- απόδοση: για κάτι που αναταράζεται όπως σε βρασμό / πρόκληση ψυχικής αναταραχής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εντός μου αναβράζω από τα συμβαίνοντα στο οικογενειακό περιβάλλον





