Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απέχω - 2
- απόδοση: δεν συμμετέχω σε ενέργεια / αποφεύγω κάτι / παραιτούμαι από την ικανοποίηση επιθυμίας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
την τελευταία διετία απέχει από τα παχυντικά γεύματα





