Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταδίδω
- απόδοση: καταγγέλλω με μυστικότητα στις αρχές άτομο ή ομάδα που καταζητείται ή που ενεργεί παράνομα / προδίδω άτομο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
όταν αντιλήφθηκε τη δράση του χωρίς ουδένα δισταγμό τον κατέδωσε στις αστυνομικές αρχές





