Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μεταδίδω
- απόδοση: γνωστοποιώ πληροφορία σε άτομο ή σύνολο ατόμων / επενεργώ ώστε κάτι να επεκταθεί σε άλλα σημεία / ενεργώ ώστε να εξαπλωθεί κάτι σε ευρύτερο σύνολο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μετέδωσε στους σύγχρονούς του την ανιδιοτελή αγάπη για την πατρίδα





