Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπερσιτίζω
- απόδοση: υποβάλλω σε εις ποσότητα γεύματα τα πέραν του κανονικού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η μητέρα θεωρούσε σωστό να τον υπερσιτίζει και αυτός κατέληξε πρόσβαρος





