Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κυριαρχώ
- απόδοση: έχω απόλυτο έλεγχο καταστάσεως / υπερέχω αριθμητικά / υπερέχω ως προς την σπουδαιότητα / για κάτι που επικρατεί έναντι άλλων αισθημάτων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως αξιόπιστο & οικονομικότερο αγαθό κυριάρχησε στην αγορά





