Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σιγώ
- απόδοση: σωπαίνω / δεν εκφράζω σκέψεις ή αισθήματα / σταματώ να λειτουργώ συνεπώς επέρχεται σιωπή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σίγησαν οι μηχανές του εργοστασίου κι έπαψε ο θόρυβος





