Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπνοβατώ
- απόδοση: τελώ σε κατάσταση υπνοβασίας ήτοι έγερσης & βαδίσματος κατή την διάρκεια του ύπνου χωρίς τον έλεγχο της συνείδησης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προκαλεί ανησυχία στο οικογενειακό περιβάλλον το γεγονός ότι συχνά υπνοβατεί





