Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανασταίνω
- απόδοση: επαναφέρω νεκρό στη ζωή / επανέρχομαι στη ζωή / εορτάζω την ανάσταση του Κυρίου / ενεργοποιώ κάτι που έχει ατονήσει / ανατρέφω ή μεγαλώνω νεαρό άτομο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ορφάνεψε από νεαρός & τον ανέστησε η αδελφή της μητέρας





