Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκβιάζω
- απόδοση: επιδιώκω σε αναγκασμό άτομο ή ομάδα να ενεργήσει ή να παραλείψει ενέργεια παρά την θέληση του απειλώντας με ηθική ή υλική βλάβη / αποσπώ κάτι κατά τρόπον εκβιαστικό / ωθώ δια της βίας κατάσταση σε ανεπίκαιρη εξέλιξη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
του απέσπασε την υπογραφή εκβιάζοντας αυτόν με αποκάλυψη της διπλής ζωής που βίωνε





