Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαποτίζω
- απόδοση: βρέχω εις βάθος & εις έκταση κάτι / επηρεάζω άτομο ή σύνολο σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον διαπότισε από την νεότητά του με αγάπη για την πατρίδα





