Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διασπείρω
- απόδοση: διασκορπίζω άτομα σε διάφορες κατευθύνσεις / διαδίδω ανακριβείς πληροφορίες / προκαλώ σε ανθρώπους δυσάρεστο συναίσθημα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως συνήθως διασπείρει ψευδείς ειδήσεις προς ικανοποίηση της ηλιθιότητάς του





