Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνειδητοποιώ
- απόδοση: έχω συνείδηση περί του εαυτού & του περιβάλλοντος κόσμου / αντιλαμβάνομαι σε βάθος / αποκτώ επίγνωση καταστάσεων περιστάσεων ή συνθηκών & λαμβάνω θέση έναντι αυτών σπεύδοντας για τις υποχρεώσεις ή τις διεκδικήσεις μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αδυνατεί να συνειδητοποιήσει πλήρως τις διαστάσεις του προβλήματος που τον απασχολεί
αδύνατον να συνειδητοποιήσει τις οικογενειακές υποχρεώσεις του
δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει την τραγικότητα των περιστάσεων





