Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αγκομαχώ
- απόδοση: ασθμαίνω / ανασαίνω βαριά / λαχανιάζω / υποφέρω / ψυχορραγώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον λυπάται η ψυχή μου που τον ακούω επί ώρα να αγκομαχάει





