Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ισοπεδώνω
- απόδοση: διαμορφώνω τμήμα εδάφους ώστε να παρουσιάζει ομαλότητα / γκρεμίζω ολοσχερώς οικοδόμημα / εξισώνω ή καταργώ υπαρκτές διαφορές ή διαβαθμίσεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ανεμοθύελλα ισοπέδωσε τους ξύλινους οικίσκους στο παράλιο χωριουδάκι





