Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξισώνω
- απόδοση: κάνω ίσα δύο διαφορετικά πράγματα ή άτομα / θεωρώ άτομο όμοιο με κάποιο άλλο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια της πολιτική του εξίσωσε τους εργατικούς με τους φυγόπονους του Δημοσίου αμείβοντας το αυτό τους μεν & τους δε





