Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ευθυγραμμίζω
- απόδοση: τοποθετώ κάτι στην νοητή ευθεία άλλου / τοποθετώ κάτι στην κανονική του θέση σε σχέση με κάτι άλλο / διαμορφώνω συμπεριφορά ή αντιλήψεις ώστε να είναι όμοια με αυτή άλλου ή άλλων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η αντιπολίτευση ευθυγραμμίσθηκε πλήρως με την κυβέρνηση σε θέματα δαπανών που αφορούν εξοπλιστικά προγράμματα





