Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιρρίπτω
- απόδοση: αποδίδω αρνητική κατάσταση σε κάποιον ισχυριζόμενος ότι φέρει την ευθύνη για αυτήν
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως ευθυνόφοβος δεν δίστασε να επιρρίψει ευθύνες σε διευθυντικό στέλεχος





