Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δονώ
- απόδοση: προκαλώ δόνηση δια παλμικών κινήσεων / προκαλώ έκδηλη συγκίνηση σε άτομο ή σύνολο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ψυχή του δονείται από την υπερβολική συγκίνηση





