Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πρακτορεύω
- απόδοση: εκπροσωπώ έναντι αμοιβής τα συμφέροντα τρίτου προσώπου ή επιχείρησης / διεκπεραιώνω υπόθεση αμειβόμενος για τις υπηρεσίες μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από ετών πρακτορεύει τον ημερήσιο τύπο αλλοδαπών οίκων





