Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διασκεδάζω
- απόδοση: περνώ ευχάριστα / προσφέρω τη δυνατότητα σε κάποιον να περνάει ευχάριστα / επισκέπτομαι κατάστημα που προσφέρει την δυνατότητα να περάσω ευχάριστα κατά την παραμονή μου σε αυτό / διασκορπίζω δυσάρεστο συναίσθημα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αντέδρασε διασκεδάζοντας τις φοβίες του
τα Σαββατόβραδα διασκεδάζουν σε κοσμικό ρεστωράν





