Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αψιμαχώ
- απόδοση: εμπλέκομαι σε συμπλοκή περιορισμένης εκτάσεως / συμμετέχω σε εριστικό διάλογο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αψιμαχούσαν επί ώρα για ιδεολογικά θέματα





