Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απαξιώνω
- απόδοση: αντιλαμβάνομαι κάτι ως ανάξιο λόγου / κρίνω κάτι ως ανάρμοστο / δεν καταδέχομαι κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απαξίωσε να δώσει απάντηση έστω για λόγους ευπρέπειας





