Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σφάλλω
- απόδοση: ενεργώ εσφαλμένα / σχηματίζω στο νου μου λαθεμένη γνώμη για κάτι / κάνω λάθος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
γνωρίζει ότι σφάλλει αλλά δεν το δέχεται πεισματικά δια λόγους καθαρά εγωιστικούς





