Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
τολμώ
- απόδοση: διαθέτω την τόλμη προκειμένου να ενεργήσω για κάποιο σκοπό / ενεργώ με ασέβεια ή θρασύτητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τόλμησε να ενεργήσει με απρέπεια εις βάρος του γέροντος
τολμώ να σας πω πως πρόκειται περί ηλιθίου





