Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπουργοποιώ
- απόδοση: αναθέτω σε άτομο της επιλογής μου υπουργικό αξίωμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υπουργοποιήθηκε κατ΄ επανάληψη επί κυβερνήσεων Κωνσταντίνου Καραμανλή





