Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαψεύδω
- απόδοση: ισχυρίζομαι κυρίως δημοσίως ότι κάτι που διαδίδεται δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι αναληθές / για κάτι που εξελίσσεται κατά αντίθετο τρόπο από τις προβλέψεις περί αυτού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
λυπηρόν αλλά με τα έργα του διέψευσε τις προσδοκίες του κόσμου
ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διέψευσε κατηγορηματικά τις φημολογίες για υποτίμηση του νομίσματος





