Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αφοδεύω
- απόδοση: αποβάλλω κόπρανα δια του πρωκτού με το πέρας της πέψεως
- συγγενές: ενεργούμαι / αποπατώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
όπως κι αν έχουν τα πράγματα αφοδεύει δις ημερησίως





