Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κωφεύω
- απόδοση: εκφράζω αδιαφορία σε συμβουλές παρακλήσεις ή προσταγή προς το άτομό μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επανήλθε επί του θέματος αλλά αυτός κωφεύει
παρά τις διακριτικές υποδείξεις εκείνη εκώφευσε





