Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μαγεύω
- απόδοση: επιδρώ κατά τρόπο μαγικό κυρίως αρνητικά προκαλώντας βλάβη / προσελκύω / γοητεύω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον μάγεψε με τα τρυφερά της λόγια ασκώντας γοητεία επ΄ αυτού





