Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μοχθώ
- απόδοση: εργάζομαι σκληρά / κοπιάζω / καταβάλλω έντονες προσπάθειες / υποβάλλομαι σε μόχθο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μοχθεί προκειμένου με τα χρήματα να αποπληρώσει το οφειλόμενο δάνειο





