Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καλπάζω
- απόδοση: τρέχω με καλπασμό / παρουσιάζω αλματώδη εξέλιξη αύξηση άνοδο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
καλπάζει στο ήσυχο λιβάδι & γίνεται αντιληπτός από απόσταση





