Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δύω
- απόδοση: όταν ο ήλιος ή άλλο ουράνιο σώμα χάνεται από τον ορίζοντα / παρακμάζω & χάνομαι από το προσκήνιο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δύει το άστρο του ως καλλιτέχνης της παραδοσιακής μουσικής





