Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ελπίζω
- απόδοση: αισθάνομαι βεβαιότητα ότι κάτι ευχάριστο που επιθυμώ ή επιδιώκω θα προκύψει / είμαι βέβαιος ότι κάτι το δυσάρεστο που με απασχολεί θα το αποφύγω / βασίζομαι στην πραγματοποίηση κάτι καλού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ελπίζει στην υλική βοήθεια φιλικού προσώπου





