Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκπληρώνω
- απόδοση: πραγματοποιώ στο ακέραιο / εκτελώ / για δημιούργημα που έπαψε να προσφέρει χρησιμότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το αυτοκίνητο εκπλήρωσε τον προορισμό του & πρόκειται να εκποιηθεί ως παλιοσίδερα





