Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαδίδω
- απόδοση: ενεργώ ώστε να εξαπλωθεί κάτι σε ευρύ σύνολο ατόμων / κοινολογώ κάτι κάνοντας αυτό ευρύτερα γνωστό / μεταβιβάζομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διέδωσε το μυστικό σε πλήθος ανθρώπων
η φωτιά διαδόθηκε στο όμορο κτίριο





