Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διασκορπίζω
- απόδοση: σκορπίζω τμήματα ενός συνόλου κυρίως ατόμων / σπαταλώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διασκόρπισε τις δυνάμεις του σε δευτερεύοντα θέματα της καθημερινότητος
οι Έλληνες της Αιγύπτου διασκορπίσθηκαν στα πέρατα της γης





