Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαφωτίζω
- απόδοση: ενημερώνω σωστά & επαρκώς άτομο ή σύνολο επί θεμάτων που αγνοούν ή έχουν λαθεμένη πληροφόρηση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον διαφώτισε παρέχοντας αξιόπιστη πληροφόρηση επί πολιτικών θεμάτων





