Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατοπτεύω
- απόδοση: ανιχνεύω δια του βλέμματος περιοχή / παρατηρώ από υψηλό σημείο / εξετάζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατόπτευσε επαρκώς τον χώρο προτού ενεργήσει





