Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
θριαμβολογώ
- απόδοση: η με θριαμβευτικό τρόπο εκδήλωση ικανοποίησης για νίκη ή επιτυχές αποτέλεσμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκδήλωσε την ικανοποίησή του θριαμβολογώντας για το αποτέλεσμα της εθνικής ομάδος





