Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
θριαμβεύω
- απόδοση: κατακτώ λαμπρή νίκη ή επιτυχία που προκαλεί γενικευμένο θαυμασμό / υπερισχύω σε αγώνα & εν τέλει επικρατώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
θριάμβευσε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στη μάχη της Τριπολιτσάς





