Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρελθοντολογώ
- απόδοση: αναφέρομαι κατά τρόπον επίμονο σε καταστάσεις που ανήκουν στο παρελθόν
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρέσκεται να παρελθοντολογεί αναφερόμενοι σε ευχάριστες οικογενειακές καταστάσεις





