Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απολογούμαι
- απόδοση: υπερασπίζω τον εαυτό μου γραπτώς ή προφορικώς δίνοντας εξηγήσεις για κατηγορίες που με βαρύνουν / αποκρούω κατηγορία σε δικαστήριο / λογοδοτώ για ενέργειές μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κλήθηκε να απολογηθεί ενώπιον του διευθυντή προσωπικού





