Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αυτοκυριαρχούμαι
- απόδοση: επιβάλλω εις εαυτόν συναισθηματικό έλεγχο / συγκρατώ παρορμήσεις / διατηρώ έλεγχο του εαυτού μου / αυτοεπιβάλλομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ικανός να αυτοκυριαρχηθεί ακόμη & σε καταστάσεις συναισθηματικά φορτισμένες





