Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καρπίζω
- απόδοση: ενεργώ ώστε κάτι να καρποφορήσει / αποφέρω καρπούς / αποφέρω θετικά αποτελέσματα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παρά τις φιλότιμες προσπάθειες δεν κάρπισε το περιβόλι στο επιθυμητό σημείο





