Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καθαιρώ
- απόδοση: αφαιρώ αξίωμα ή κατέχοντα βαθμό / κηρύσσω έκπτωτο / εκθρονίζω / γκρεμίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η διακοσμήτρια καθαίρεσε περιττούς τοίχους δημιουργώντας απλοχωριά
οι επαναστάτες καθαίρεσαν τον επί δεκαετίες ηγεμόνα





