Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μεταχρονολογώ
- απόδοση: εγγράφω ημερομηνία μεταγενέστερη από την πραγματική
- αντίθετο: προχρονολογώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
του διέθεσε μεταχρονολογημένη επιταγή





